Topic 2 Εφαρμογή οδηγίας 2012/29/ΕΕ ανά την ΕΕ (εναρμόνιση και πρόσφατη εθνική νομολογία)

  1. Η δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις στην Ένωση θεμελιώνεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών και περιλαμβάνει την προσέγγιση των νομοθετικών διατάξεων [..]
  2. Κατά τον βαθμό που είναι απαραίτητο για να διευκολυνθεί η αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων και διαταγών καθώς και η αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις που έχουν διασυνοριακές διαστάσεις, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, αποφασίζοντας σύμφωνα με τη συνήθη νομοθετική διαδικασία μέσω οδηγιών, μπορούν να θεσπίζουν ελάχιστους κανόνες. Στους ελάχιστους αυτούς κανόνες συνεκτιμώνται οι διαφορές μεταξύ των νομικών συστημάτων και παραδόσεων των κρατών μελών.

Οι ελάχιστοι αυτοί κανόνες αφορούν:

[..]

γ) τα δικαιώματα των θυμάτων της εγκληματικότητας, [..]

Η θέσπιση των ελάχιστων κανόνων που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να εισάγουν υψηλότερο επίπεδο προστασίας των προσώπων.

Άρθρο 1 – Σκοποί

Να εξασφαλίσει ότι τα θύματα της εγκληματικότητας τυγχάνουν της δέουσας πληροφόρησης, υποστήριξης και προστασίας και είναι ικανά να συμμετέχουν στην ποινική διαδικασία.

Τα θύματα να αναγνωρίζονται.

Τα θύματα να αντιμετωπίζονται με σεβασμό, ευαισθησία, εξατομικευμένη, επαγγελματική και χωρίς διακρίσεις προσέγγιση, ασχέτως του καθεστώτος διαμονής τους.

Από τις υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων ή τις υπηρεσίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης ή αρμόδια αρχή, που ενεργούν στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.

Πρωταρχικό κριτήριο να είναι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, το οποίο θα αξιολογείται σε εξατομικευμένη βάση. Υιοθετείται προσέγγιση με ευαισθησία προς το παιδί, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη την ηλικία, τον βαθμό ωριμότητας, τις απόψεις, τις ανάγκες και τις ανησυχίες του παιδιού. Το παιδί και ο ασκών την γονική ευθύνη ή άλλος νόμιμος εκπρόσωπός του, εφόσον υπάρχει, ενημερώνονται για τυχόν μέτρα ή δικαιώματα που αφορούν συγκεκριμένα το παιδί.

Άρθρο 2 – Ορισμοί

Ως «θύμα» νοείται:

το φυσικό πρόσωπο το οποίο υπέστη ζημία, συμπεριλαμβανομένης της σωματικής, ψυχικής ή συναισθηματικής βλάβης ή της οικονομικής ζημίας, που προκλήθηκε απευθείας από αξιόποινη πράξη∙

τα μέλη της οικογένειας προσώπου ο θάνατος του οποίου προκλήθηκε απευθείας από αξιόποινη πράξη και τα οποία έχουν υποστεί ζημία εξαιτίας του θανάτου του εν λόγω προσώπου.

Ως «μέλη της οικογένειας» νοούνται ο σύζυγος ή η σύζυγος, το πρόσωπο που ζει με το θύμα σε κοινό νοικοκυριό με στενή σχέση δέσμευσης σε σταθερή και συνεχή βάση, οι συγγενείς σε ευθεία γραμμή, τα αδέλφια και τα εξαρτώμενα από το θύμα πρόσωπα.

Ως «παιδί» νοείται κάθε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών.

Ως «αποκαταστατική δικαιοσύνη» νοούνται οιεσδήποτε διαδικασίες μέσω των οποίων το θύμα και ο δράστης μπορούν, εφόσον δώσουν την ελεύθερη συναίνεσή τους, να συμμετάσχουν ενεργά στην επίλυση των ζητημάτων που απορρέουν από την αξιόποινη πράξη με τη βοήθεια αμερόληπτου τρίτου.    

Άρθρο 3 – Δικαίωμα των θυμάτων να κατανοούν και να γίνονται κατανοητά

Από την πρώτη επαφή και σε κάθε περαιτέρω αναγκαία επικοινωνία τους με αρμόδια αρχή στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. (άρθρο 3 παράγραφος 1)

Σε γλώσσα απλή και κατανοητή, προφορικά ή γραπτά. (άρθρο 3 παράγραφος 2)

Δικαίωμα θυμάτων να συνοδεύονται από πρόσωπο της επιλογής τους κατά την πρώτη επαφή με αρμόδια αρχή, όταν, λόγω του αντικτύπου του εγκλήματος, χρειάζονται βοήθεια ή δυσκολεύονται να κατανοήσουν τις διαδικασίες ή να γίνουν κατανοητά.

Οι εγγυήσεις επικοινωνίας εφαρμόζονται στα παρακάτω άρθρα: 

Άρθρο 4 – Δικαίωμα λήψης πληροφοριών

Άρθρο  5 – Δικαίωμα λήψης αποδεικτικού εγγράφου για κάθε επίσημη καταγγελία και δικαίωμα μετάφρασης του αποδεικτικού έγγραφου της καταγγελίας, δικαίωμα υποβολής καταγγελίας σε γλώσσα την οποία κατανοούν

Άρθρο 6 – Δικαίωμα λήψης πληροφοριών σχετικά με την υπόθεσή τους

Άρθρο 7 – Δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης

Άρθρο 4 – Δικαίωμα λήψης πληροφοριών από την πρώτη επαφή με αρμόδια αρχή

Τα θύματα, από την πρώτη τους επαφή με αρμόδια αρχή, έχουν δικαίωμα να τους παρέχονται οι ακόλουθες πληροφορίες, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση:

α) το είδος της υποστήριξης που μπορούν να λάβουν και από ποιον → σύνδεση με άρθρο 8 (δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων)

β) οι διαδικασίες για την καταγγελία αξιόποινης πράξης και ο ρόλος τους → σύνδεση με αιτιολογική σκέψη 20

γ) ο τρόπος παροχής προστασίας, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων προστασίας → σύνδεση με ευρωπαϊκή εντολή προστασίας και αμοιβαία αναγνώριση μέτρων προστασίας σε αστικές υποθέσεις

δ) πρόσβαση σε νομικές συμβουλές, νομική συνδρομή και οποιοδήποτε άλλο είδος συμβουλών

ε) πρόσβαση σε αποζημίωση

στ) πρόσβαση σε διερμηνεία και μετάφραση

ζ) πρόσβαση σε τυχόν ειδικά μέτρα που υπάρχουν στη διάθεσή τους, εάν κατοικούν σε κράτος μέλος διαφορετικό εκείνου της τέλεσης της αξιόποινης πράξης 

η) οι διαθέσιμες διαδικασίες υποβολής καταγγελιών σε περίπτωση που τα δικαιώματά τους δεν γίνονται σεβαστά  

θ) τα στοιχεία επαφής για λόγους επικοινωνίας σχετικά με την υπόθεσή τους

ι) οι διαθέσιμες υπηρεσίες αποκαταστατικής δικαιοσύνης

ια) διαθέσιμοι μηχανισμοί επιστροφής των εξόδων της συμμετοχής τους στην ποινική διαδικασία.    

Να υποβάλλουν επίσημη καταγγελία με γλωσσική βοήθεια, εάν είναι απαραίτητο, και να λαμβάνουν έγγραφο αποδεικτικό (άρθρο 5)  

Να λαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με την εξέλιξη της υπόθεσης (άρθρο 6) → σύνδεση με άρθρο 11 (δικαιώματα σε περίπτωση απόφασης για τη μη άσκηση δίωξης)

Δικαίωμα διερμηνείας και μετάφρασης (άρθρο 7) Όροι: 

  • Για θύματα με επίσημο ρόλο στη διαδικασία.
  • Κατόπιν αιτήματος του θύματος και απόφασης που λαμβάνεται από την αρμόδια αρχή.
  • Δωρεάν και για ευρύ φάσμα διαδικαστικών πράξεων: καλύπτει επαφές με ανακριτικές και δικαστικές αρχές από την πρώτη εξέταση/ακροαματική διαδικασία, καθ’ όλη τη διάρκεια της έρευνας έως και τη δίκη. (αιτιολογική σκέψη 34)

Δικαίωμα πρόσβασης σε υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων (άρθρο 8) → σύνδεση με άρθρο 9 (υποστήριξη από τις υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων). «Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε η πρόσβαση σε υπηρεσίες υποστήριξης θυμάτων να μην εξαρτάται από την επίσημη καταγγελία αξιόποινης πράξης σε αρμόδια αρχή από το θύμα.» (άρθρο 8 παράγραφος 5)

Δικαίωμα ακρόασης (άρθρο 10) → σύνδεση με άρθρο 25 (εκπαίδευση επαγγελματιών, δικαστών και εισαγγελέων που εξετάζουν τα θύματα)

Δικαίωμα να ζητούν επανεξέταση της απόφασης να μην ασκηθεί δίωξη (άρθρο 11)

Προστασία από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση στο πλαίσιο υπηρεσιών αποκαταστατικής δικαιοσύνης (άρθρο 12)

Δικαίωμα νομικής συνδρομής (άρθρο 13)

Δικαίωμα επιστροφής των εξόδων (άρθρο 14)

Δικαίωμα επιστροφής περιουσιακών στοιχείων (άρθρο 15)

Δικαίωμα απόφασης για τη χορήγηση αποζημίωσης από τον δράστη στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας (άρθρο 16)

Αίτηση προδικαστικής αποφάσεως την οποία υπέβαλε το Tribunale di Bari

Στην υπό κρίση υπόθεση, η σύνθεση του δικαστικού σχηματισμού μεταβλήθηκε κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίω διαδικασίας και το θέμα κλήθηκε να εξετασθεί εκ νέου.

Άρθρο 16 (αποζημίωση εντός εύλογης προθεσμίας)

Το ΔΕΕ έκρινε ότι η επανάληψη της εξετάσεως του θύματος σε περίπτωση μεταβολής της συνθέσεως του δικαστικού σχηματισμού ενώπιον του οποίου είχε αρχικώς καταθέσει δεν συνεπάγεται, αυτή καθ’ εαυτήν, ότι δεν μπορεί να υπάρξει απόφαση εντός εύλογης προθεσμίας επί της αποζημιώσεως του θύματος αυτού. (§ 48)

Άρθρο 17 – Δικαιώματα θυμάτων που κατοικούν σε άλλο κράτος μέλος

Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε:  

Οι αρμόδιες αρχές να λαμβάνουν κατάθεση του θύματος αμέσως μετά την καταγγελία.

Οι αρχές να χρησιμοποιούν όσο το δυνατόν περισσότερο τις διατάξεις περί εικονοτηλεδιάσκεψης και τηλεφωνικής διάσκεψης που προβλέπονται στη σύμβαση για την αμοιβαία δικαστική συνδρομή επί ποινικών υποθέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 29ης Μαΐου 2000 (17) για την ακρόαση θυμάτων που κατοικούν στο εξωτερικό.

Τα θύματα να έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν καταγγελία στο κράτος κατοικίας τους:

α)   εάν αδυνατούν να το πράξουν στο κράτος τέλεσης της αξιόποινης πράξης (για παράδειγμα, λόγω διοικητικών, νομικών ή προσωπικών περιορισμών)∙

β) εάν απλά δεν επιθυμούν να το πράξουν, σε περίπτωση σοβαρού εγκλήματος.

Η καταγγελία να διαβιβάζεται αμελλητί από το κράτος κατοικίας στο κράτος όπου τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη (εφόσον δεν έχει ασκηθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους κατοικίας η αρμοδιότητα να κινήσουν διαδικασίες).  

Προστασία θυμάτων

Δικαίωμα προστασίας (άρθρο 18)  

Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της υπεράσπισης, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να προβλέπονται μέτρα για την προστασία των θυμάτων και των μελών της οικογένειάς τους από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση, καθώς και από τους κινδύνους ψυχικής, συναισθηματικής ή ψυχολογικής βλάβης, και για την προστασία της αξιοπρέπειας των θυμάτων κατά τη διάρκεια της εξέτασης ή της κατάθεσής τους. Εφόσον απαιτείται, τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν επίσης διαδικασίες καθιερωμένες από το εθνικό δίκαιο για τη σωματική προστασία των θυμάτων και των μελών της οικογένειάς τους.

Δικαίωμα να αποφεύγεται η επαφή μεταξύ θύματος και δράστη (άρθρο 19)

  1. Τα κράτη μέλη προβλέπουν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αποφεύγεται η επαφή μεταξύ των θυμάτων και, εφόσον απαιτείται, των μελών της οικογένειάς τους και του δράστη στους χώρους διεξαγωγής της ποινικής διαδικασίας, εκτός εάν η επαφή αυτή απαιτείται από την ποινική διαδικασία.
  2. Τα κράτη μέλη διασφαλίζουν ότι στον σχεδιασμό νέων δικαστικών κτηρίων περιλαμβάνονται χωριστοί χώροι αναμονής για τα θύματα.

Άρθρο 18 (προστασία): Το ΔΕΕ έκρινε ότι από το γράμμα του άρθρου αυτού δεν προκύπτει ότι ο νομοθέτης της Ένωσης προέβλεψε, μεταξύ των μέτρων που αποσκοπούν στην προστασία του θύματος αξιόποινης πράξεως, τον περιορισμό σε μία μόνον εξέτασή του κατά την ένδικη διαδικασία. (§ 51)

«Κατά συνέπεια, διαπιστώνεται ότι το άρθρο 18 της οδηγίας 2012/29 δεν απαγορεύει, κατ’ αρχήν, σε περίπτωση μεταβολής της συνθέσεως του δικαστικού σχηματισμού, την εκ νέου εξέταση του θύματος αξιόποινης πράξεως από τον σχηματισμό αυτόν κατόπιν αιτήματος ενός των διαδίκων.» (§ 54)

Άρθρο 18 (προστασία): «Εντούτοις, από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι τα κράτη μέλη, προκειμένου να κρίνουν αν είναι δυνατή η χρήση ως αποδεικτικού στοιχείου των πρακτικών της καταθέσεως του θύματος, πρέπει να ελέγχουν αν η εξέτασή του είναι πιθανό να έχει καθοριστική σημασία για την έκδοση αποφάσεως σχετικά με τον κατηγορούμενο και να διασφαλίζουν, μέσω αυστηρών δικονομικών εγγυήσεων, ότι η διεξαγωγή των αποδείξεων στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας δεν θίγει τον δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, ή τα δικαιώματα της υπερασπίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Χάρτη.» (§ 55)

«Επομένως, στο αιτούν δικαστήριο εναπόκειται να εξετάσει αν, στην υπόθεση της κύριας δίκης, ειδικές συνθήκες όπως αυτές για τις οποίες γίνεται λόγος στην προηγούμενη σκέψη θα μπορούσαν να οδηγήσουν στη μη εκ νέου εξέταση του θύματος της επίμαχης αξιόποινης πράξεως.» (§ 56)

Δικαίωμα προστασίας κατά την ποινική έρευνα (άρθρο 20)

Με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της υπεράσπισης και σύμφωνα με τους κανόνες της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας:

α) η εξέταση των θυμάτων πραγματοποιείται χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση μετά την καταγγελία της αξιόποινης πράξης στην αρμόδια αρχή·

β) ο αριθμός των εξετάσεων των θυμάτων περιορίζεται στο ελάχιστο και οι εξετάσεις διεξάγονται μόνο όταν είναι αυστηρά αναγκαίο για τους σκοπούς της ποινικής έρευνας·

γ) τα θύματα μπορούν να συνοδεύονται από τον νόμιμο εκπρόσωπό τους και από πρόσωπο της επιλογής τους, εκτός αν έχει ληφθεί αιτιολογημένη απόφαση για το αντίθετο σχετικά με ένα ή και τα δύο αυτά πρόσωπα·

δ) οι ιατρικές εξετάσεις περιορίζονται στο ελάχιστο και διενεργούνται μόνο όταν είναι αυστηρά αναγκαίο για τους σκοπούς της ποινικής διαδικασίας.  

 Δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής (άρθρο 21)

Μπορούν να λαμβάνονται μέτρα για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, συμπεριλαμβανομένων των προσωπικών χαρακτηριστικών του θύματος και της εικόνας των θυμάτων και των μελών της οικογένειάς τους.

Στην περίπτωση παιδιού θύματος, μπορεί να λαμβάνεται κάθε νόμιμο μέτρο για την αποφυγή της διάδοσης οιασδήποτε πληροφορίας που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αναγνώριση του παιδιού.

Προκειμένου να προστατευθούν η ιδιωτική ζωή, η προσωπική ακεραιότητα και τα προσωπικά δεδομένα των θυμάτων, τα κράτη μέλη, στο πλαίσιο του σεβασμού της ελευθερίας έκφρασης και πληροφόρησης και της ελευθερίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης και της πολυφωνίας τους, ενθαρρύνουν τα μέσα ενημέρωσης να λαμβάνουν μέτρα αυτορρύθμισης. → δεοντολογική συμπεριφορά έναντι θυμάτων

  

Άρθρο 22 – Ατομική αξιολόγηση των θυμάτων για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας

έγκαιρη και ατομική αξιολόγηση των θυμάτων για τον προσδιορισμό ειδικών αναγκών προστασίας τους 

απόφαση αν και σε ποιο βαθμό τα θύματα θα μπορούσαν να επωφεληθούν από ειδικά μέτρα (όπως προβλέπεται στα άρθρα 23 και 24), λόγω ιδιαίτερου κινδύνου να υποστούν δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση και λαμβανομένων υπόψη: α) των προσωπικών χαρακτηριστικών του θύματος, β) του είδους ή της φύσης του εγκλήματος, και γ) των περιστάσεων του εγκλήματος.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στα θύματα: → τρομοκρατίας → οργανωμένου εγκλήματος → εμπορίας ανθρώπων → βίας λόγω φύλου → βίας στο πλαίσιο στενής σχέσης → σεξουαλικής βίας ή εκμετάλλευσης ή εγκλήματος μίσους → θύματα με αναπηρίες.

Τεκμαίρεται ότι τα παιδιά θύματα έχουν ειδικές ανάγκες προστασίας λόγω ιδιαίτερου κινδύνου να υποστούν δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντεκδίκηση.

Η εν λόγω ατομική αξιολόγηση διενεργείται με τη στενή συμμετοχή των θυμάτων και λαμβάνει υπόψη τις επιθυμίες τους, μεταξύ άλλων στην περίπτωση που δεν επιθυμούν τη λήψη ειδικών μέτρων. Αν οι περιστάσεις που αποτελούν την βάση μιας ατομικής αξιολόγησης έχουν μεταβληθεί σημαντικά, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να επικαιροποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας.

  

Άρθρο 22 (ατομική αξιολόγηση): «Πρέπει να προστεθεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία αποφασισθεί η εξέταση του θύματος από τον δικαστικό σχηματισμό υπό τη νέα του σύνθεση, οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να προβούν, σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας 2012/29, σε ατομική αξιολόγηση του θύματος αυτού προκειμένου να προσδιοριστούν οι ειδικές ανάγκες του προστασίας και, ενδεχομένως, να ληφθούν για την προστασία του τα μέτρα που προβλέπουν τα άρθρα 23 και 24 της οδηγίας αυτής.» (§ 57)

«Ως εκ τούτου, εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει αν το θύμα παρουσιάζει, στο πλαίσιο της κύριας δίκης, ειδικές ανάγκες προστασίας στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας.»

 

Άρθρο 23 – Δικαίωμα προστασίας θυμάτων με ειδικές ανάγκες προστασίας κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας

  1. Κατά τη διάρκεια της ποινικής έρευνας τα θύματα έχουν στη διάθεσή τους τα ακόλουθα μέτρα:

το θύμα εξετάζεται σε χώρους που έχουν σχεδιασθεί ή προσαρμοσθεί ειδικά για τον σκοπό αυτό·

η εξέταση του θύματος διεξάγεται από επαγγελματίες εκπαιδευμένους για τον σκοπό αυτό ή με τη βοήθειά τους·

κάθε εξέταση του θύματος διεξάγεται από τα ίδια πρόσωπα, εκτός αν αυτό αντίκειται στην ορθή απονομή της δικαιοσύνης·

κάθε εξέταση θυμάτων σεξουαλικής βίας, βίας λόγω φύλου ή βίας στο πλαίσιο στενών σχέσεων, εφόσον δεν διεξάγεται από εισαγγελέα ή δικαστή, διεξάγεται από πρόσωπο του ίδιου με το θύμα φύλου, εφόσον το επιθυμεί το θύμα, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται η πορεία της ποινικής διαδικασίας.

  1. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου τα θύματα έχουν στη διάθεσή τους τα ακόλουθα μέτρα:

μέτρα για να εξασφαλισθεί ότι το θύμα μπορεί να συμμετέχει στην ακροαματική διαδικασία στην αίθουσα του δικαστηρίου χωρίς να είναι παρόν, κυρίως με τη χρήση της κατάλληλης τεχνολογίας επικοινωνιών·

μέτρα για να αποφεύγονται οι άσκοπες ερωτήσεις σχετικά με την ιδιωτική ζωή του θύματος που δεν έχουν σχέση με την αξιόποινη πράξη·

μέτρα που καθιστούν δυνατή τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας κεκλεισμένων των θυρών.

Άρθρο 24 – Δικαίωμα προστασίας των παιδιών θυμάτων κατά τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας

  1. Εκτός από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 23, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, όταν το θύμα είναι παιδί:

α) στο πλαίσιο της ποινικής έρευνας, κάθε εξέταση του παιδιού θύματος να μπορεί να καταγράφεται οπτικοακουστικά και οι μαγνητοσκοπημένες αυτές εξετάσεις να μπορούν να χρησιμοποιούνται ως αποδεικτικά στοιχεία κατά τη ποινική διαδικασία·

β) στο πλαίσιο της ποινικής έρευνας και της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με τον ρόλο των θυμάτων στο σχετικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης, οι αρμόδιες αρχές να διορίζουν ειδικό εκπρόσωπο του παιδιού θύματος, όταν, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, οι δικαιούχοι της γονικής μέριμνας αποκλείονται από την εκπροσώπηση του παιδιού θύματος λόγω σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ αυτών και του παιδιού θύματος ή στην περίπτωση που το παιδί θύμα είναι ασυνόδευτο ή ζει χωριστά από την οικογένειά του·

γ) όταν το παιδί θύμα δικαιούται συνήγορο, δικαιούται να έχει νομικές συμβουλές και νομικό εκπρόσωπο, ο οποίος ενεργεί εξ ονόματός του, σε διαδικασίες όπου υπάρχει ή θα μπορούσε να υπάρξει σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του παιδιού θύματος και των δικαιούχων της γονικής μέριμνας. 

Οι δικονομικοί κανόνες για τις μαγνητοσκοπήσεις που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο στοιχείο α) και τη χρήση τους καθορίζονται από το εθνικό δίκαιο.

  1. Όταν η ηλικία του θύματος είναι αβέβαιη και υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι πρόκειται για παιδί, τεκμαίρεται ότι το θύμα είναι παιδί για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας.